请输入您要查询的单词:

 

单词 ελεγκτής
释义

ελεγκτής

Greek

Noun

ελεγκτής (elegktís) m (plural ελεγκτές, feminine ελέγκτρια)

  1. auditor
  2. inspector
    τελωνειακός ελεγκτήςteloneiakós elegktíscustoms inspector
  3. controller
    ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίαςelegktís enaérias kykloforíasair traffic controller

Declension

Derived terms

  • τελωνειακός ελεγκτής m, f (teloneiakós elegktís, customs officer)
  • ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας m, f (elegktís enaérias kykloforías, air traffic controller)
随便看

 

国际大辞典收录了7408809条英语、德语、日语等多语种在线翻译词条,基本涵盖了全部常用单词及词组的翻译及用法,是外语学习的有利工具。

 

Copyright © 2004-2023 idict.net All Rights Reserved
京ICP备2021023879号 更新时间:2024/8/8 20:02:15