请输入您要查询的单词:

 

单词 εφήμερος
释义

εφήμερος

Greek

Adjective

εφήμερος (efímeros) m (feminine εφήμερη, neuter εφήμερο)

  1. ephemeral, short-lived
  2. lasting one day

Declension

Synonyms

  • (short-lived): βραχύβιος (vrachývios)
  • (ephemeral): ημερόβιος (imeróvios)
  • (short-lived): παροδικός (parodikós)
  • (short-lived): πρόσκαιρος (próskairos)
  • εφημερίδα m (efimerída, newspaper)
  • and see: ημέρα f (iméra, day)
随便看

 

国际大辞典收录了7408809条英语、德语、日语等多语种在线翻译词条,基本涵盖了全部常用单词及词组的翻译及用法,是外语学习的有利工具。

 

Copyright © 2004-2023 idict.net All Rights Reserved
京ICP备2021023879号 更新时间:2024/7/31 14:55:29