请输入您要查询的单词:

 

单词 ελληνοαμερικάνος
释义

ελληνοαμερικάνος

Greek

Adjective

ελληνοαμερικάνος (ellinoamerikános) m (feminine ελληνοαμερικάνη, neuter ελληνοαμερικάνο)

  1. Greek American (of people of Greek ethnicity living in USA)

Declension

随便看

 

国际大辞典收录了7408809条英语、德语、日语等多语种在线翻译词条,基本涵盖了全部常用单词及词组的翻译及用法,是外语学习的有利工具。

 

Copyright © 2004-2023 idict.net All Rights Reserved
京ICP备2021023879号 更新时间:2024/7/13 13:53:23