请输入您要查询的单词:

 

单词 δημαρχία
释义

δημαρχία

Greek

Etymology

From Ancient Greek δημαρχία (dēmarkhía), equivalent to δήμαρχ (dímarch, mayor) + -ία (-ía).

Pronunciation

  • IPA(key): /ðimaɾˈçia/
  • Hyphenation: δη‧μαρ‧χί‧α
  • Homophone: δημαρχεία (dimarcheía)

Noun

δημαρχία (dimarchía) f (plural δημαρχίες)

  1. mayoralty (office or term of office of a mayor)
    Αυτό χτίστηκε υπό την προηγούμενη δημαρχία.Aftó chtístike ypó tin proïgoúmeni dimarchía.That was built under the previous mayoralty.
    Επειδή παραιτήθηκε ο δήμαρχος, ο αντιδήμαρχος ασκεί την δημαρχία.Epeidí paraitíthike o dímarchos, o antidímarchos askeí tin dimarchía.Because the mayor resigned, the deputy mayor is exercising the mayoralty.
  2. (figuratively) town hall, city hall (building that houses the government offices of a municipality, town or city)
    Αύριο θα υπάρξει μια μικρή διαδήλωση έξω από τη δημαρχία.Ávrio tha ypárxei mia mikrí diadílosi éxo apó ti dimarchía.Tomorrow, there'll be a small protest outside the town hall.

Declension

Synonyms

  • δημαρχιλίκι n (dimarchilíki, mayoralty) (colloquial)
  • δημαρχείο n (dimarcheío, town hall, city hall)
  • δήμαρχος m or f (dímarchos, mayor)
  • δημαρχίνα f (dimarchína, female mayor) (colloquial)
  • δημαρχεύω (dimarchévo, to deputise/act as mayor)
随便看

 

国际大辞典收录了7408809条英语、德语、日语等多语种在线翻译词条,基本涵盖了全部常用单词及词组的翻译及用法,是外语学习的有利工具。

 

Copyright © 2004-2023 idict.net All Rights Reserved
京ICP备2021023879号 更新时间:2024/7/31 19:03:04