请输入您要查询的单词:

 

单词 αποστέρηση
释义

αποστέρηση

Greek

Noun

αποστέρηση (apostérisi) f (plural αποστερήσεις)

  1. deprivation

Declension

  • αποστερώ (aposteró, to deprive)
  • σύνδρομο αποστέρησης n (sýndromo apostérisis, withdrawal symptom)

Further reading

  • αποστέρηση on the Greek Wikipedia.Wikipedia el
  • αποστέρηση - Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek], 1998, by the "Triantafyllidis" Foundation.
随便看

 

国际大辞典收录了7408809条英语、德语、日语等多语种在线翻译词条,基本涵盖了全部常用单词及词组的翻译及用法,是外语学习的有利工具。

 

Copyright © 2004-2023 idict.net All Rights Reserved
京ICP备2021023879号 更新时间:2024/9/10 3:40:06